BOB DYLAN : Ο ΑΡΝΗΤΗΣ ΚΙ Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Το 2005 κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα η αυτοβιογραφία του Bob Dylan με τίτλο "Η ζωή μου". τότε έδωσα μια συνέντευξη στη Βιβή Ζωγράφου, που δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη ΑΥΓΗ στις 6 Μαρτίου του 2005. Τη θυμήθηκα και την παραθέτω, με αφορμή την προβολή της ταινίας γύρω από τη ζωή του.

Β.Ζ.:-Ο Bob Dylan θεωρήθηκε ο εκφραστής της "οργισμένης" γενιάς του ΄60 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θ.Γ.:-Από τη μια το αγαπημένο παιδί του αμερικανικού συστήματος, ο Έλβις, να στρατεύεται με τυμπανοκρουσίες κι από τη Γερμανία (καταραμένη ξενιτιά) να γράφει τραγούδια για τη μαμά, κι από την άλλη, χιλιάδες νέοι, αρνητές στράτευσης, να καίνε δημόσια τις κυβερνητικές προσκλήσεις.

Από τη μια χιλιάδες νέοι να δραπετεύουν από τον παράδεισο για να μην πάνε στην κόλαση του Βιετνάμ κι από την άλλη η εθνοφρουρά να μπαίνει στα πανεπιστήμια, π.χ. Κολούμπια, και να κάνει ασκήσεις επί ζωντανών στόχων.

Τότε κι ο Dylan έγραφε τραγούδια για τη μαμά του, μόνο που έλεγε..."Όλα εντάξει, μάνα...μόνο που αιμορραγώ".

Β.Ζ.:-Την ίδια στιγμή η νεολαία της Ελλάδας πώς εισπράττει τον Dylan;Συνδέθηκε με πολιτικά αιτήματα της εποχής εκείνης στη χώρα μας;

Θ.Γ.:-Για την Ελλάδα, η δεκαετία του ΄60 ξεκίνησε ελπιδοφόρα με την εκλογή του Κέννεντυ. Το χάρηκαν οι Έλληνες, και στους πάγκους των πανηγυριών, δίπλα στα ζαχαρωμένα μήλα και στις ψεύτικες καρφίτσες, πουλούσαν πολύ όμορφα καδράκια με τη φωτογραφία του Τζων και της Τζάκι, που οι απλοί άνθρωποι τοποθετούσαν στην πιο ακριβή θέση του σπιτιού:στο εικονοστάσι. Για τα καφενεία και τα λεωφορεία υπήρχαν μεγαλύτερα κάδρα.

Οι Έλληνες πίστεψαν ότι κάτι θα άλλαζε προς το καλύτερο και, αν μη τι άλλο, πως από ΄δω και πέρα κανείς πρέσβης των ΗΠΑ δεν θα έμπαινε με το σορτσάκι στο γραφείο του πρωθυπουργού μας. Φρούδες ελπίδες...

ΣΙΑ, παλάτι, ΙΔΕΑ, καρφίτσα, αποστάτες να βυσσοδομούν και να στήνουν προβοκάτσιες, τα τρίκυκλα να αλωνίζουν κι ο γερο - Καραμανλής να απορεί..."Ποιός, επιτέλους, κυβερνάει αυτόν τον τόπο;". Ε, λοιπόν, η γενια του 114 δε θα μπορούσε ν συνδέσει τους αγώνες και τα όνειρά της με το αμερικάνικο τραγούδι διαμαρτυρίας.

Τα τραγούδια του Dylan και της Baez μπορεί να ακούγονταν με συμπάθεια και συγκίνηση κάποια στιγμή, σαν διάλειμμα, αλλά ως εκεί.

Εμείς ως λαός είχαμε τα δικά μας προβλήματα, αλλά και τους δικούς μας τρόπους έκφρασης. Οι ποιητές, στρατευμένοι και μη, εμψύχωναν το λαό με το λόγο και οι μουσικές (κυρίως του Μίκη) μετατρέπονταν από απλά και όμορφα λαϊκά τραγούδια σε αγωνιστικούς παιάνες.

Αυτός ο λαός στον τομέα της δημιουργίας ήταν αυτάρκης.

Εξάλλου το ροκ ως προϊόν εισαγωγής είχε συνδεθεί στη συνείδηση της πλειοψηφίας με το μήκος της αντιαισθητικής κόμης των Beatles και των Stones και οι νέοι, που γοητευμένοι ακολουθούσαν το παγκόσμιο ρεύμα αποκαλούνταν, από τους κάθε λογής "ορθόδοξους", περιφρονητικά, μαλλιάδες και γεγέδες.

Β.Ζ.:-Πόσο η ελληνική εκδοχή του τραγουδοποιού επηρεάστηκε από τον Dylan;

Θ.Γ.:-Ο πρώτος από τους Έλληνες τραγουδοποιούς που εμβάθυνε στο φαινόμενο Dylan ήταν ο Σαββόπουλος.Οι επιρροές είναι ορατές σε πολλά τραγούδια του και δεν αναφέρομαι σε αυτά που διασκεύασε επισήμως.

Για όσους, λοιπόν, από εμάς έψαχναν να βρουν έναν νέο τρόπο έκφρασης και ήθελαν να ξεφύγουν απο τη σιγουριά του...είμαστε δυο,είμαστε τρεις κι από την υπερβολική γλυκύτητα του Νέου Κύματος,ο λόγος και ο τρόπος του Σαββόπουλου ήταν καθοριστικός.Έγινε ο ενδιάμεσος και μπήκε ο Dylan στη ζωή μας.Απ' αυτά τα χρησιδάνεια,υπήρξαν άνθρωποι που ενοχλήθηκαν σφόδρα.Ας αναφέρω ένα μικρό περιστατικό.Αρχές του '71 συζητώ με έναν απο τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες (δεν αναφέρω το όνομα,διότι η συζήτηση ήταν ιδιωτική).

-Και ποιος συνθέτης σου αρέσει περισσότερο; με ρωτά,(προφανώς περίμενε να τον αναφέρω πρώτο).

-Ο Σαββόπουλος,του απαντώ αυθόρμητα.

-Ο Σαββόπουλος;Δεν ξέρω κανέναν Σαββόπουλο.Εγώ ξέρω τον Bobby Dylan.

Έμεινα άναυδος.Έχω πολλά να προσάψω στον κύριο Σαββόπουλο για την εν γένει πορεία του,αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον κατηγορήσω γιατί μέσα από το έργο του μας σύστησε τον κύριο Dylan.Την ίδια εποχή βέβαια και άλλοι μπαλανταδόροι παρουσίαζαν κομάτια του Dylan,όπως ο Σπύρος με τη Λήδα,οι Διόσκουροι (Βαγγέλης Γερμανόςκαι Βασίλης Ζαρούλιας)και οι αγαπημένοι και αξέχαστοι φίλοι μου Παύλος Σιδηρόπουλος και Παντελής Δεληγιαννίδης.Αλλά την επίσημη αντιπροσωπεία της DylanCorp εν Ελλάδι την είχε ο Σαββόπουλος.Οι επιρροές του Dylan πέρασαν και στη νέα γενιά και τραγουδοποιοί όπως ο Μίλτος Πσχαλίδηςκι ο Βασίλης Καζούλης μελέτησαν καλά το έργο του και πήραν πλούσια εφόδια για το δρόμο τους.Κάποια στιγμή,αυτά τα νέα παιδιά συναντήθηκαν επι σκηνής με τον Βαγγέλη Γερμανό και παρουσίασαν ένα υπέροχο πρόγραμμα στο ΜΕΤΡΟ. Κρίμα που το εγχείρημα δεν είχε συνέχεια.Θα τους πρότεινα στο μέλλον να συμπράξουν και πάλι,παρουσιάζοντας αποκλειστικά τραγούδια του Dylan.Είναι οι πλέον κατάλληλοι.

Β.Ζ.:-Εκτός απο το μουσικό του έργο,εσείς οι νέοι της εποχής εκείνης εκτιμήσατε εξίσου και την προσωπική στάση του Dylan,ως δημόσιο πρόσωπο αλλά και στην ιδιωτική του ζωή.Αυτά τα δύο τα θεωρούσατε άρρηκτα και δεμένα.

Θ.Γ.:-Ο Dylan δικαίως χαρακτηρίστηκε ως ο καλύτερος συνεχιστής της μεγάλης του Woody Guthry σχολής.Αυτό όμως αφορούσε το μεγάλο ποιητικό και μουσικό ταλέντο του.Και μόνον.Ως άτομο,με την αμφιλεγόμενη στάση του σε σημαντικές στιγμές,δημιούργησε ερωτηματικά και στοίχειωσε τη ζωή πολλών ανθρώπων που τον ήθελαν έτσι όπως τον γνώρισαν: αρνητή και όχι προσκυνητή.Να φοράει μπλουτζήν και μπότες και να πατάει σταθερά πάνω στη σκηνή των αντιπολεμικών φεστιβάλ κι όχι ντυμένο με φανταιζί κοστούμι, σα μέλος πλανόδιου τσίρκου, να τρεκλίζει ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια για να φιλήσει το χέρι του Πάπα. Και δεν είναι ότι φταίνε αυτοί που δε μεγάλωσαν.

Φταίει που κάποια στιγμή πίστεψαν πώς μοιράστηκαν το ίδιο όνειρο.

Φταίει που, οι ίδιες αιτίες που τους έκαναν τότε να θυμώσουν και να ενώσουν τις φωνές τους, υπάρχουν και σήμερα. Και πολύ χειρότερες μάλιστα.

Φταίει που η ζωή μας γέμισε με απάτες κι αυταπάτες. 


Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

"ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ" του Μιχάλη Κατσαρού.


Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

ΚΑΤΙ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΗ ΜΑΡΩΝΕΙΑ

Στη Θράκη, στη γη του Ορφέα, υπήρχαν τρία αρχαία θέατρα. Στα Άβδηρα του Δημόκριτου, στη Σαμοθράκη των Καβειρίων Μυστηρίων και στη Μαρώνεια με τον υπέροχο οίνο που, σύμφωνα με τον Όμηρο, χάρισε στον Οδυσσέα ο ιερέας Μάρων κι όταν ο ήρωας τα βρήκε σκούρα με τον Κύκλωπα κλπ κλπ._1_~2.JPG
Για τα δύο πρώτα, απλά γνωρίζουμε τους χώρους στους οποίους ήταν κτισμένα. Δεν έχει βρεθεί ούτε μία πέτρα. Δυστυχώς. Το θέατρο της Μαρώνειας, ήταν πιο τυχερό. Θαμένο για δεκαοκτώ περίπου αιώνες, δεν ενοχλήθηκε καθόλου απο τις βίαιες ιστορικές αλλαγές που έζησε ο τόπος. Στις αρχές όμως του 1900 κι ενώ οι Μαρωνίτες έκτιζαν το δημοτικό σχολείο, βγήκαν στην επιφάνεια μερικές πέτρες και χωρίς να το κουράσουν το θέμα, πήραν όσα εδώλια τους χρειαζόταν και έκτισαν με αυτά το άνω διάζωμα. Τα τελευταία χρόνια έγιναν πολλές συζητήσεις για το άν θα έπρεπε να αναστηλωθεί ή όχι. Ήμουν απο τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της αναστήλωσης και λειτουργίας του θεάτρου, για πολλούς λόγους. Πρωτοστάτησα μάλιστα στη σύσταση του Συλλόγου Φίλων Αρχαίου Θεάτρου Μαρώνειας και μέσα σε δέκα χρόνια είδαμε το όνειρό μας να παίρνει σάρκα και οστά. Το πληγωμένο θέατρο αναστηλώθηκε σε επιτρεπτά επίπεδα και στις 29 Αυγούστου ανοίγει και πάλι την αγκαλιά του για να δεχθεί τους πρώτους θεατές που θα κοινωνήσουν με αποσπάσματα απο τραγωδίες του Ευριππίδη. Ιέρεια της βραδιάς θα είναι η Λυδία Κονιόρδου. Να γι αυτό σας λέω πως...κάτι υπέροχο θα συμβεί στη Μαρώνεια.


Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

ΟΙ ΓΙΕΓΙΕΔΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΑΚΟΜΑ

ΟΙ ΓΕΓΕΔΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΑΚΟΜΑΣτα τέλη της δεκαετίας του '60 μια χούφτα νέων μουσικών έφερε τη μουσική του
Γούντστοκ σε σκηνές όπως το "Ροντέο" και το "Κύτταρο", αντιμετωπίζοντας τη χουντική καταστολή.
Οι γιεγιέδες τραγουδούν ακόμα
Οι πρωτοπόροι της Ελληνικής ροκ σκηνής μιλούν για την "εποχή των χίπις" αλλά και τους νέους του Δεκέμβρη.
Ρεπορτάζ: Γιώργος Αράπογλου
ΤΑ ΝΕΑ / Σαββατοκύριακο 30-31 Μαϊου 2009


«Είχαμε την τύχη να ζήσουμε την εφηβεία και τα νιάτα μας σε μια πλούσια συγκυρία με δυνατά γεγονότα, θετικά ή αρνητικά. Ήρθε και η δικτατορία, που ήταν για όλους μια βαθιά πληγή. Έκανα πολλή παρέα με τα παιδιά τής Καλών Τεχνών. Φτιάχναμε κολιέ με χάντρες, τα φορούσαμε ή τα πουλούσαμε σε μπουτίκ στο Κολωνάκι. Τότε ήμασταν δακτυλοδεικτούμενοι, παράξενα όντα».

Η Λήδα Χαλκιαδάκη έζησε έντονα τη γενιά του ΄60- ΄70, που έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου σαν τη γενιά του χιπισμού, του παγκόσμιου κινήματος για την ειρήνη, που για πολλούς ήταν εκείνη που άλλαξε τον κόσμο. Η Ελληνίδα τραγουδοποιός έντυσε με τις μελωδίες της πολλά από τα τραγούδια της εποχής, τα μηνύματα των οποίων παραμένουν επίκαιρα ακόμα και σήμερα. Το 1972 με τον συνθέτη Σπύρο Βλασσόπουλο δημιούργησαν το συγκρότημα Λήδα & Σπύρος, ενώ μαζί με μια παρέα πολλών αξιόλογων τραγουδοποιών πέρασαν την ελληνική μουσική από τις μπουάτ στο ηλεκτρικό πάλκο, δημιουργώντας και στην Ελλάδα ροκ σκηνή.

Οι ροκάδες των δεκαετιών ΄60-΄70 κατάφεραν μέσα από τα τραγούδια τους να αφήσουν τη δική τους εποχή στην ελληνική μουσική. Ήταν νέοι, γεμάτοι ορμή, δίψα για ζωή, επηρεασμένοι από τα ακούσματα των Βeatles, των Rolling Stones, αλλά και της μεγάλης επανάστασης του Woodstock.

«Παιδιά» των Βeatles.

«Ήταν μια έντονη εποχή. Με τους Βeatles είχε ήδη ξεκινήσει μια τομή στο πριν και το μετά. Υπήρξαν μηνύματα, ποίηση, καλός στίχος. Δημιουργήθηκε όλο το κύμα των τραγουδοποιών. Δημιουργήσαμε την ηλεκτρική σκηνή, όπου ακούγονταν τα τρα γούδια διαμαρτυρίας που ξεκινήσαμε να λέμε, αλλά και διασκευές παραδοσιακών κομματιών σε ροκ μορφή. Άλλα τραγούδια περνούσαν στο ραδιόφωνο, και άλλα όχι, γιατί η δικτατορία τα λογόκρινε. Για εκείνη την εποχή ήταν τρομερό πράγμα να βάλεις στο στίχο σου τη λέξη "πλανήτες", όπως είχα κάνει εγώ. Ήταν μια εποχή που γράφτηκαν ιερά τραγούδια», λέει στα «ΝΕΑ» η κ. Λήδα Χαλκιαδάκη.

«Μια αγαπημένη συνήθεια ήταν να αγοράζουμε βινύλια από το εξωτερικό. Αλλά πάνω από όλα μας άρεσε να κάνουμε καλή μουσική. Κάναμε πρόβες πρόβες στο "Ροντέο" και μετά πηγαίναμε στο "Ελατήριο", όπου έπαιζαν οι Ρoll. Ήταν συνήθεια να πηγαίνουμε όλοι σε όλους και τραγουδούσαμε», παρατηρεί η κ. Χαλκιαδάκη. Παρ΄ ότι τα χρόνια πέρασαν, παραμένει πιστή στις ιδέες της εποχής της. Η εξέγερση των μαθητών του περασμένου Δεκεμβρίου έφερε στο μυαλό της κάτι από την ορμή της γενιάς της ενώ, όπως αναφέρει, στα μάτια των σημερινών νέων είδε κάτι από τα οράματα της εποχής της. «Με συγκίνησε η νέα γενιά που αποφάσισε να βγει στον δρόμο και να εκφραστεί. altΑυτό δείχνει πως έχουν τη διάθεση να προχωρήσουν μπροστά. Βλέπω πως τα σημερινά παιδιά θα συνεχίσουν τα δικά μας οράματα. Ζούμε την εποχή όπου ξαναγυρνάμε στις ιδέες και που θα "ξανανθίσουν τα λουλούδια"» υποστηρίζει η κ. Χαλκιαδάκη.

Οι «μαλλιάδες». «Το ροκ ως προϊόν εισαγωγής είχε συνδεθεί στη συνείδηση της πλειονότητας με το μήκος της αντιαισθητικής κόμης των Βeatles και των Stones και οι νέοι, που γοητευμένοι ακολουθούσαν το παγκόσμιο ρεύμα αποκαλούνταν από τους κάθε λογής "ορθόδοξους" περιφρονητικά "μαλλιάδες" και "γιεγιέδες". Το ποτάμι όμως δε γυρνούσε πίσω και ροκ μπάντες άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού. Το όνειρο για κάθε πιτσιρικά ήταν μια κιθάρα stratocaster κι ένας ενισχυτής marshall με πολλά γκάζια», λέει στα «ΝΕΑ» ο τραγουδοποιός Θανάσης Γκαϊφύλλιας.

Στις μουσικές σκηνές και ιδιαίτερα στο «Κύτταρο», που ήταν ο χώρος αναφοράς της ηλεκτρικής σκηνής, κάθε βράδυ έξι μέρες της εβδομάδας, γινόταν χαμός. «Στις μπουάτ και στις ταβέρνες παίζανε στη ζούλα και κανένα του Θεοδωράκη, εμείς όμως δε νιώθαμε αυτή την ανάγκη, γιατί περνούσαμε ό,τι θέλαμε μέσα από τα δικά μας τραγούδια. Τραγουδούσα τότε "... Παλιοκουφάλες, ανάληψη μυρίζει ο αέρας", "... δεν ήταν χέρια καθαρά επάνω στο τιμόνι, κι όταν πλακώσανε τα τανκς ήμασταν πάλι μόνοι", "... είμαστε όχλος, λαός, πληθυσμός, δε μας χρειάζεται αρχηγός". Κι όλα αυτά με την ανοχή της αστυνομίας που τα παρακολουθούσε, αλλά σπάνια επενέβαινε. Αν ήθελε, θα μας εξαφάνιζε όλους εν μια νυκτί. Έτσι ακριβώς όπως έκανε ο Ιωαννίδης αμέσως μετά το Πολυτεχνείο. Αμόλησε την ΕΣΑ και σφράγισε σχεδόν όλα τα μαγαζιά.

Τo τοπίο άλλαξε οριστικά.

Κι ύστερα, ήρθε η μεταπολίτευση που τα σάρωσε όλα», καταλήγει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας.


«Μόνο η μουσική μάς ένοιαζε»

alt Το Woodstock υπήρξε σημείο αναφοράς για όλους, ωστόσο, όσον σχετικά με την καθαρά μουσική εξέλιξη δεν έχουν κρατήσει όλοι καλές αναμνήσεις. «Η μουσική αυτή άρχισε να μπαίνει δυνατά μετά το Woodstock. Βγήκε τότε η ατημελησία με πιο ακραίες καταστάσεις. Ήμασταν λάτρεις της μουσικής, το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να καλυτερεύουμε τα τραγούδια μας. Ήμασταν πολύ μικροί για να περάσουμε μηνύματα. Και τότε και σήμερα υπήρχαν κοινωνικές ανισότητες, πλούσιοι και φτωχοί. Ο κόσμος δεν έχει αλλάξει σε αυτό και ο καθένας κουβαλάει τη δική του κληρονομιά. Η μουσική καταβαραθρώθηκε μετά το Woodstock», σημειώνει ο Λάκης Παπαδόπουλος.

Έγινε γνωστός με τους Dragons, οι οποίοι διαλύθηκαν, όταν έπρεπε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. «Ο δίσκος των Υes "Relayer" άλλαξε τη ζωή μου. Περίμενα με αγωνία στο γήπεδο του Πανιωνίου να έρθουν και τελικά η συναυλία ακυρώθηκε γιατί δεν είχαν μαζευτεί ούτε 200 άτομα», σημειώνει ο κ. Παπαδόπουλος, ο οποίος, ωστόσο, αποποιείται τον χαρακτηρισμό του ροκά. «Υπηρετώ τη ροκ, αλλά είμαι λάτρης της καλής μουσικής», αναφέρει, ενώ πιστεύει πως δεν έχουν αλλάξει πολλά μέχρι τις μέρες μας. «Σήμερα η πιτσιρικαρία βγάζει πράγματα, αλλά δεν μπορεί να τα αλλάξει. Δεν υπάρχει κανένας να μάθει στον κόσμο να ακούει τη σωστή μουσική. Πρέπει να αντιληφθούμε πως όσο αξίζει η "Φραγκοσυριανή" του Βαμβακάρη, την ίδια αξία έχει και το "Ξύπνα, αγάπη μου" του Γιαννίδη».

Το ίδιο υποστηρίζει και ο τραγουδοποιός Γιώργος Ρωμανός. Το 1970 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Δυο μικρά γαλάζια άλογα» που καταγράφηκε στους σημαντικότερους ροκ δίσκους.

Παρ΄ όλα αυτά, δεν δηλώνει ροκάς. «Ουδέποτε έκανα ροκ. Άλλοι αποφάσισαν να μου κολλήσουν αυτήν την ταμπέλα. Εγώ κάνω τραγούδια με ελληνικό στίχο που ήταν της εποχής μου, χωρίς εφέ», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Ρωμανός, ο οποίος θυμάται πολλά από τα χαρακτηριστικά της εποχής. «Υπήρξε μια παγκόσμια κινητοποίηση, η ενέργεια της οποίας πήγε παντού. Όλοι ένιωσαν πως πράγματι κάτι άλλαξε, πως έγινε κάτι μεγάλο».


Ζωντανοί στο «Κύτταρο»

alt Εμβληματική μορφή της εποχής ήταν και ο Δημήτρης Πουλικάκος. Αρχηγός των συγκροτημάτων ΜGC και Εξαδάκτυλος, ο «γέρος», όπως τον αποκαλούν σήμερα οι φίλοι του, πέρασε στην ελληνική μουσική τα ψυχεδελικά στοιχεία που είχε στη μουσική του ο Χέντριξ και οι υπόλοιποι μεγάλοι μουσικοί του Woodstock. «Αυτές οι καταστάσεις δεν περιγράφονται. Αν δεν τις έχεις ζήσει, δε θα μπορέσεις να τις καταλάβεις. Όλες οι εποχές είναι έντονες, όμως, όσα και να πεις, δεν μπορείς να χωρέσεις τα συναισθήματα», θυμάται ο Δημήτρης Πουλικάκος.

Η ελληνική ροκ σκηνή μεγάλωσε μέσα σε ιστορικούς χώρους που γέμιζαν κάθε βράδυ από νεανική ορμή. Το «Ροντέο» ήταν η πρώτη ηλεκτρική σκηνή, όπου εμφανίζονταν μεγάλα ονόματα, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Δημήτρης Πουλικάκος, η Δέσποινα Γλέζου. Στο «Ελατήριο» έπαιζαν οι Ρoll του Κώστα Τουρνά και του Σταύρου Λογαρίδη. Από το club «Ιgloo» ξεκίνησε την καριέρα του ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες της ροκ, ο Έρικ Κλάπτον, ο οποίος, αντικατέστησε τον κιθαρίστα των Juniors, Αλέκο Καρακαντά, έπειτα από ένα σοβαρό τροχαίο. Κοιτίδα, ωστόσο, του ελληνικού ροκ υπήρξε το θρυλικό «Κύτταρο». Από τη σκηνή του πέρασαν όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Εικόνες της εποχής έχει καταγράψει ο σκηνοθέτης Αντώνης Μποσκοΐτης στην ταινία του «Ζωντανοί στο "Κύτταρο"- Σκηνές ροκ», η οποία, μάλιστα, απέσπασε το β΄ Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ στο 47ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

«Η αγάπη μου για την ελληνική ροκ μουσική με οδήγησε στο να κάνω αυτή την ταινία. Υπήρχαν πολλοί μουσικοί με άποψη, παρ΄ όλο που πολλοί τα σνομπάρουν. Εγώ, με την ίδια χαρά που αγόραζα δίσκους των Who, αγόραζα και της Μαρίζας Κωχ ή του Πουλικάκου. Ανακάλυψα ανθρώπους μέσα από την έρευνα για την ταινία που δεν τους γνωρίζαμε, οι οποίοι, ωστόσο, είχαν πολλά να πουν μέσα από τη μουσική τους», εξηγεί ο κ. Μποσκοΐτης.

Οι Έλληνες ροκάδες έζησαν τη ζωή τους μέσα από τα ιδανικά και τα οράματα της εποχής τους. Οι περισσότεροι παραμένουν ακόμα και σήμερα ίδιοι, όπως, όταν μέσα τους κυριαρχούσε η νεανική ορμή. «Πάρα πολλοί από την παρέα μου ζουν και σήμερα με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχουν προσπαθήσει να γίνουν κατεστημένο. Έχουν γράψει βιβλία, ζουν μια ήρεμη ζωή. Είναι άνθρωποι που δεν κραυγάζουν. Είμαι περήφανη που ζω ακόμα έτσι. Κανείς από μας δεν έγινε πλούσιος, γιατί δεν ήθελε να προδώσει τις ιδέες του», σημειώνει η κ. Λήδα Χαλκιαδάκη.


Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

"20 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ"

ΤΡΑΓΟΥΔΟΠΟΙΟΣ

[ 20 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ] Το διαχρονικό και μεγάλο πρόβλημα είναι τα «ψώνια»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΠΟΓΛΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη 26 Μαΐου 2009
alt alt alt alt

alt
Πολίτης ενεργός, καλλιτέχνης, που έχει επιλέξει να ζει μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και να εργάζεται για την ανάδειξη του πολιτισμού της Κομοτηνής, του ζωτικού του χώρου, όπως υποστηρίζει, ο τραγουδοποιός Θανάσης Γκαϊφύλλιας παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις πολιτικές εξελίξεις και ελπίζει η νέα γενιά με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας να βρει τρόπους να οδηγήσει το ελληνικό τραγούδι μακριά από τη σύγχυση στην οποία βρίσκεται σήμερα.

Εποχή πολιτικών εξελίξεων. Τις παρακολουθείτε;

Με μεγάλο ενδιαφέρον. Ελπίζω πως ο κυνισμός και η αυθάδεια των μετρίων θα βοηθήσει τον Έλληνα ψηφοφόρο να πάρει τη γενναία απόφαση και να στείλει για πάντα τους «συμπαίκτες» στον κάλαθο των αχρήστων.

Ανησυχείτε για τη σημερινή κατάσταση;

Εάν αυτά που συμβαίνουν δεν απειλούσαν τη δημοκρατία και τη χώρα, απλά θα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια.

Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι πολιτικοποιημένος;

Αν είναι, αυτό θα καθορίζει αναπόφευκτα και το έργο και τη στάση του απέναντι στα πράγματα.

Υπάρχει πολιτική σκέψη σήμερα στην τέχνη;

Παρ΄ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες των κρατούντων και των μέσων εθνικής αποβλάκωσης να πείσουν για το αντίθετο, η τέχνη χωρίς την πολιτική σκέψη ηχεί ως τενεκές ξεγάνωτος. Είχατε προτάσεις για συμμετοχή σε κάποιο ψηφοδέλτιο;

Κατά καιρούς δέχτηκα πολλές από διάφορους πολιτικούς χώρους, αλλά απαντούσα σταθερά αρνητικά. Μόνο το 1994 μπήκα στο ψηφοδέλτιο του αείμνηστου δημάρχου Γιώργου Παπαδριέλλη, αλλά απέτυχα.

Έκτοτε παραμένω ενεργός πολίτης, καθόλου αδιάφορος για ό,τι συμβαίνει στον τόπο.

Γιατί στείλατε επιστολή δυσαρέσκειας στον υπουργό Μεταφορών;

Ο επικοινωνιακός τρόπος που αντιμετώπισε τις αποκαλύψεις για το «Four Seasons» ήταν επιεικώς απαράδεκτος. Χρωστούσε μια γενναία απάντηση στους ανθρώπους που τον στήριξαν.

Πήρατε απάντηση;
Ευθέως όχι. Πλαγίως ναι. Σε συνέντευξή του παραδέχτηκε το λάθος του.

Ο πολιτικός οφείλει να μην ξεχνάει την καταγωγή του;

Γιατί θα πρέπει να μας απασχολούν τα αυτονόητα;

Πετυχαίνετε την αρμονική συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων με τη μουσική.
Μπορούν οι διαφορές να γεφυρωθούν και στην κοινωνία;

Η κίνηση που έκανα με τους φίλους μου από τη μειονότητα αυτό τον σκοπό είχε και τον πέτυχε. Βοηθήσαμε να λειώσουν οι πάγοι.

Θέμα νοοτροπίας ή και πολιτικών αποφάσεων;

Εάν οι τοπικές ηγεσίες χριστιανών και μουσουλμάνων είχαν όφελος από την ειρηνική συνύπαρξη, σε μια νύχτα η Θράκη θα γινόταν ένας παραδείσιος τόπος.

Επιλέξατε να μην κατεβείτε στο κέντρο. Αισθάνεστε δικαιωμένος;

Κατέβηκα στην Αθήνα και έμεινα εφτά χρόνια. Την απόφαση για επιστροφή την πήρα στα τριάντα. Κατάφερα να πετύχω τα περισσότερα από όσα έβαλα στο μυαλό μου και να ζήσω μέσα στη μουσική που αγάπησα από μικρό παιδί, χωρίς να είμαι ολιγαρκής. Λυπάμαι όσους βασανίζει το ανικανοποίητο.

Τι σας κάνει να επιστρέφετε πάντα στην Κομοτηνή;

Είναι ο ζωτικός μου χώρος. Η οικογένεια, οι φίλοι μου, η βόλτα στην αγορά, η πολυτέλεια του χαλαρού ρυθμού. Είναι μια όμορφη, ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα πόλη, που κάθε χρόνο γίνεται και καλύτερη.

Έχει δυνατότητες να αξιοποιήσει το δυναμικό της;

Υπάρχουν στην Ελλάδα τόσα φωτισμένα μυαλά στην τέχνη και την επιστήμη- και ποιοι ανέλαβαν να διαχειριστούν τον πολιτισμό μας τα τελευταία χρόνια; Άνθρωποι αδιάφοροι έως άσχετοι. Η Κομοτηνή, λοιπόν, στο κεφάλαιο «πολιτισμός» δεν κάνει τη διαφορά. Ακολουθεί την πεπατημένη.

Οι νέοι καλλιτέχνες να παλεύουν στον τόπο τους ή να πηγαίνουν αμέσως στη μεγάλη πόλη;

Τα πραγματικά ταλέντα θα βρουν το δρόμο τους. Κανείς, κυρίως σήμερα, δεν μπορεί να τα εγκλωβίσει. Το διαχρονικό και μεγάλο πρόβλημα είναι τα «ψώνια». Θα τους έλεγα να κάτσουν στ΄ αυγά τους.

Η κρίση έχει επηρεάσει το ελληνικό τραγούδι;

Το ελληνικό τραγούδι βιώνει τη δική του κρίση εδώ και 15 χρόνια. Από 2.500 δισκοπωλεία ζήτημα αν έχουν μείνει 150.

Το τοπίο άλλαξε άρδην με την εισβολή της ψηφιακής τεχνολογίας.

Δισκογραφική εταιρεία ή αυτοέκδοση;

Όλα οδηγούν στη δεύτερη λύση.

Γράφονται σήμερα καλά τραγούδια;

Είμαι καλοπροαίρετος ακροατής και παρακολουθώ, κυρίως μέσα από το Διαδίκτυο, τις νέες μουσικές παραγωγές, αλλά όλο και πιο σπάνια συγκινούμαι από ένα τραγούδι. Υπάρχει μια σύγχυση σε όλα τα επίπεδα. Ελπίζω προσωρινή.

Έχετε δηλώσει ότι τα τραγούδια είναι πιο ισχυρά από τα όπλα. Μπορεί το τραγούδι να κερδίσει τους σημερινούς «πολέμους»;

Μόνο του, δύσκολα. Θέλει συμμάχους, που σήμερα δεν τους έχει. Λειτουργεί περισσότερο ως παρηγοριά και διασκέδαση. Ποιο τραγούδι περιγράφει καλύτερα την πορεία σας στον χρόνο;

«Η διαθήκη μου» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού και το «Αντιστέκομαι» σε ποίηση του Νίκου Σαλαβάτη.

Σε ποια δημιουργική κατάσταση είστε αυτήν την περίοδο;

Περισυλλογής.


Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΣΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ

Το επεισόδιο που αφηγούμαι με τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, συνέβη το Νοέμβρη του 1971 στο ολόφρεσκο τότε "ΚΥΤΤΑΡΟ". Ήταν ένας από τους ποιητές που διάβαζα και θαύμαζα και δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου για το ότι έμεινα άναυδος και δεν μπόρεσα να ψιθυρίσω ούτε ένα "ευχαριστώ".

                                                              Θανάσης Γκαϊφύλλιας

 

Υ.Γ.

Για την ιστορία αναφέρω πως το τραγούδι που έλεγα εκείνη τη στιγμή ήταν το "ΠΑΛΙΟΚΟΥΦΑΛΕΣ  ΑΝΑΛΗΨΗ  ΜΥΡΙΖΕΙ  Ο  ΑΕΡΑΣ"


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

Το 1997 με τρεις συμπολίτες μου,τον Μεχμέτ,τον Χαλήλ και τον Ισμαήλ,κυκλοφορήσαμε ένα cd single με τίτλο ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ.Στο εσώφυλλο είχα γράψει ένα κείμενο στο οποίο μιλούσα για τα αυτονόητα.Σήμερα το "αφιερώνω εξαιρετικά" στα τσιράκια του Τουρκικού προξενείου,στα κόματα και στους πολιτικούς μας που καταδέχονται να παζαρεύουν μαζί τους για λίγα ψηφοψίχουλα δίνοντάς τους ολόκληρα καρβέλια και στους δημοσιογράφους των Αθηνών,οι οποίοι κάθε φορά που ασχολούνται με τη Θράκη,συμπεριφέρονται ως ταύροι εν υαλοπωλείο.

 "Ν'αγαπάς την ευθύνη.
Να λες.Εγώ μονάχος
μου έχω χρέος να σώσω
τη γης.Αν δεν σωθεί,
εγώ θα φταίω."

        ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ.
 "Αν δεν καώ εγω,
αν δεν καείς εσύ,
αν δεν καούμε εμείς,
πως θα γίνουν τα
σκοτάδια φως."

       ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ.
Ο φτωχούλης του Θεού κι ο Ναζίμ των φτωχών.

Δύο φωτεινές ψυχές που με την κατάθεσή τους εδραίωσαν μέσα μου την αγάπη για ελευθερία και ειρήνη.
Μου δίδαξαν ότι αξίζει τον κόπο κάθε αγώνας ενάντια στους φράχτες, που με επιμέλεια και πάθος χτίζουν ανάμεσα στους λαούς, αυτοί που κραδαίνουν μεταχειρισμένα σύμβολα,ιδέες και συνθήματα και σε κάθε δύσκολη στιγμή,μιλούν για πόλεμο.
Κι όλοι γνωρίζουν ότι ο πόλεμος,είτε ψυχρός είτε θερμός,γεμίζει τις καρδιές των ανθρώπων με φόβο,τις τσέπες των βιομηχάνων με καινούργια δολάρια,τις στολές των στρατηγών με καινούργια παράσημα,τα νεκροταφεία με καινούργια μάρμαρα και τις σελίδες της ιστορίας, με καινούργιες "ένδοξες πληγές".

Εμείς εδώ στη Θράκη,χριστιανοί και μουσουλμάνοι,έχουμε μια μοναδική ευκαιρία ν'αποδείξουμε στην παγκόσμια κοινότητα ότι μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά και να απολαύσουμε τους καρπούς αυτής της δημιουργικής συνύπαρξης.

Είμαστε όλοι καλεσμένοι σε μια γιορτή για ένα καλύτερο αύριο όπου ο καθένας θα φέρει στο κοινό τραπέζι τα πιο όμορφα δώρα απο το πολιτισμό και την παράδοσή του.

Και πάνω απο τις υστερικές κραυγές όσων βιώνουν την εθνικιστική τους κλιμακτήριο,εμείς υψώνουμε ένα τραγούδι. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ.


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007

Spaghetti Western

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του ΄71, γνώρισα στη μπουάτ του Γιάννη Αργύρη, τις «Εσπερίδες», έναν Ιταλό. Το Φούλβιο. Μια φάτσα βγαλμένη θαρρείς από ταινία των αδελφών Ταβιάνι. Ο Φούλβιο πήγαινε ως πολεμικός ανταποκριτής στην καυτή εμπόλεμη ζώνη της Παλαιστίνης. Ζόρικο παιδάκι για ζόρικα ταξίδια. Τον φιλοξένησα στο διώροφο αρχοντικό στην Πλάκα, που, ναι μεν «ανήκε στην αρχαιολογική υπηρεσία», αλλά με δυο φίλους μου το απαλλοτριώσαμε. Είχε αρκετά δωμάτια που έφταναν για μας και περίσσευαν και για φίλους. Ο Φούλβιο ενθουσιάστηκε από τη φιλοξενία που του πρόσφερα και με προσκάλεσε να επισκεφθώ τη Ρώμη ώστε να εμπλουτίσω τις εμπειρίες μου γύρω από το θέμα των καταλήψεων.

Το καλοκαίρι του ΄72 κι ενώ εμφανιζόμουν στην «5η Εποχή», ο Φούλβιο μου τηλεφώνησε και όλος χαρά μου ανακοίνωσε ότι είχαν «μετακομίσει» σ΄ ένα υπέροχο κτίριο στο Στραστέβερε, που έπρεπε οπωσδήποτε να δω. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σακίδιο, κιθάρα και δρόμο.

Στο λιμάνι της Πάτρας πέρασα από  εξονυχιστικό έλεγχο κι είδα κι έπαθα να πείσω τους ασφαλίτες ότι ταξίδευα για καλλιτεχνικούς λόγους κι ότι επιμελώς θα απέφευγα ενέργειες που θα στρεφόταν κατά της λαοπρόβλητης επανάστασης των συνταγματαρχών. Στο τέλος υπέγραψα και ίσα που πρόλαβα το πλοίο.

 Μπρίντεζι, Ρώμη, Στραστέβερε. Ένα μαγικό δρομολόγιο στη ζώσα ιστορία. Η ομορφιά της Ρώμης σου κόβει την ανάσα. Αλλά το πιο γοητευτικό είναι ο ίδιος ο λαός, που εκφράζει τις χαρές και τα προβλήματά του μέσα από την πιο μελωδική γλώσσα του κόσμου. Μιλάει, τραγουδάει και χειρονομεί ταυτόχρονα μ΄ ένα μοναδικό, απολαυστικό τρόπο. Τυχερός λαός που δε σκλαβώθηκε ποτέ κι έτσι μπορεί να μετουσιώνει την πλούσια και αδιάκοπη παράδοση και κουλτούρα του σε καθημερινότητα.

Ο Φούλβιο με υπερηφάνεια με σύστησε στους φίλους του κι αυτοί ανέλαβαν να με ξεναγήσουν στο πραγματικά υπέροχο κτίριο, που η ηλικία του χανόταν στα βάθη των αιώνων. Οι Ιταλοί είναι πολύ ευαίσθητοι σ΄ αυτό το θέμα και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να αλλοιώσει την εικόνα της παλιάς πόλης. Εκεί δεν ευδοκίμησε ποτέ το καθεστώς των εργολάβων και της αντιπαροχής και οι μόνες παρεμβάσεις που επιτρέπονται είναι εσωτερικές.

 Η ξενάγηση άρχισε από το «Μονοπάτι του λαγού», δηλαδή την έξοδο κινδύνου. ΄Αν μας την έπεφταν οι μπάτσοι, θα βγαίναμε από την κουζίνα του ισογείου στον ακάλυπτο, θα πηδούσαμε τον τοίχο της διπλανής αυλής και θα σκορπίζαμε προς διάφορες κατευθύνσεις. Μελετημένα πράγματα. Τίποτα στην τύχη.

Το κοινόβιο ήταν άριστα οργανωμένο και η απόλυτη ελευθερία βασίλευε στο χώρο. Η ζωή κυλούσε χαλαρά ενώ τα πρόσωπα και ο αριθμός τους άλλαζαν σχεδόν καθημερινά. ΄Ηταν ένα κανονικό κέντρο διερχομένων, που αντηχούσε από γέλια, τραγούδια, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς. ΄Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλλοι και κυρίως Ιταλοί και μέσα σ΄ αυτούς κι εγώ ο ΄Ελληνας, που λόγω χούντας συγκέντρωνα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τη συμπάθεια όλων.

Με ορμητήριο το Στραστέβερε κάναμε καθημερινά περιπάτους στις όχθες και τις γέφυρες του Τίβερη, στο Βατικανό, στην Πιάτσα Ναβόνα, στην Πιάτσα ντ΄ Ισπάνια κι έτσι άρχισα να μαθαίνω την γεωγραφία της Ρώμης. Πολλές φορές έπαιρνα μαζί μου την κιθάρα, κι όταν βρίσκαμε ένα ωραίο μέρος καθόμαστε, εγώ τραγουδούσα, οι περαστικοί χάζευαν, σχολίαζαν, χειροκροτούσαν και όλο και κάποια κοπέλα από την παρέα σηκωνόταν και περιέφερε το καπέλο μου ευγενικά και χαριτωμένα, έτσι, για τα έξοδα της ημέρας. Στην Ελλάδα ήδη είχα αρχίσει να γίνομαι επώνυμος, αλλά με το γνωστό τρόπο της δισκογραφίας, των μπουάτ, της διαφήμισης. Στην Ιταλία έζησα το κάτι άλλο, άγνωστος μέσα στο πλήθος. Ο δρόμος είχε τη δική του γοητεία. Τραγουδούσα Ελληνικά κι όμως επικοινωνούσα. Απαλλαγμένος απ΄ όλα τα «πρέπει» του κόσμου, άρχισα να πιστεύω ότι κάτι άξιζε αυτό που έκανα. Μοναδική εμπειρία.

Με το Φούλβιο βρισκόμασταν τα βράδια, γιατί την ημέρα ήταν απασχολημένος με την εφημερίδα «Λόττα Κοντίνουα» και σαν δημοσιογράφος έκανε ένα ταξίδι στο Μιλάνο, παρέα με τον φίλο και ομοϊδεάτη του, τον διάσημο Τζιάν Μαρία Βολοντέ. Εγώ όμως συνέχισα να μένω στο κοινόβιο.

Ένα βράδυ, σε μια πλατεία της γειτονιάς μου γεμάτη κόσμο, είδα μια φιγούρα να ξεχωρίζει, λόγω ύψους. Παρ΄ όλη την απόσταση τον αναγνώρισα και φώναξα δυνατά: Φ ώ τ ο!!! Γύρισε να δει κι ήταν αυτός. Ο Φώτος Λαμπρινός. Αγκαλιές, φιλιά και συγκίνηση, γιατί άλλο είναι να συναντήσεις ένα γνωστό σου στην Αθήνα κι άλλο στην αλλοδαπή! ΄Ηταν με μια παρέα Ιταλών και μάλιστα τον έναν τον ήξερα. ΄Ηταν ο ηθοποιός Νόρμαν Μοτζάτο κι είχαμε γνωριστεί όταν ήρθε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στα γυρίσματα μιας ταινίας του Αγγελόπουλου κι ο Φώτος τον είχε φέρει στην «5η Εποχή». Νέοι φίλοι με πολλά ενδιαφέροντα, αφού όλοι τους είχαν σχέση με τον κινηματογράφο. Σκηνοθέτες, ηθοποιοί, οπερατέρ. ΄Εγινα μέλος της παρέας και για να αλλάξω περιβάλλον φρόντισαν να μου βρουν ένα διαμέρισμα στη Via Ania, πίσω από το Κολοσσαίο. Τώρα η παρέα διέθετε αυτοκίνητα κι έτσι άρχισα να γνωρίζω και την υπόλοιπη, εκτός ιστορικού κέντρου, Ρώμη. Πηγαίναμε σε κάτι απίθανες τρατορίες στα προάστια και περνούσαμε από τις εργατικές συνοικίες με τα τεράστια και απαίσια μπλοκ των  πολυκατοικιών. Παντού τα ίδια.
Μια Κυριακή πήγαμε στη θάλασσα κι ήρθε μαζί μας μια γοητευτική κυρία, που πρόσφατα είχε πάρει διαζύγιο αλλά κράτησε τα κλειδιά μιας ιδιωτικής καμπάνας σε μια περιφραγμένη παραλία στο Lido. H καμπάνα ανήκε στον πρώην σύζυγό της που δεν ήταν άλλος από τον Ούγκο Τονιάτσι. Στη λαϊκή πλαζ δεν έπεφτε καρφίτσα, εμείς όμως για λίγες ώρες θα απολαμβάναμε την άνεση των προνομιούχων. Οι καμπάνες ήταν ξύλινα δωμάτια με ντουζ και τουαλέτα κάτω απ΄ τα δέντρα και μπροστά μια υπέροχη παραλία, έρημη και άδεια, που περίμενε τους λίγους και εκλεκτούς. Καθίσαμε στην άμμο και η πιο κοντινή παρέα ήταν στα δέκα μέτρα. Εγώ είχα μαζί μου την κιθάρα και τραγουδούσα το «Ωτοστόπ» στα Ιταλικά, έτσι όπως το είχε μεταφράσει ο Νόρμαν.

΄Αουτο στοπ αντιάμο πάρτο
ε νον σον σε τορνερό
άι αμίτσι αριβεντέρτσι
μίο αμόρε λα σερό
Ε σου μίλε στράτε
Σόλο ιο σαρό    κλπ

Και τότε, μέσα από την άμμο και τα σώματα που την έκρυβαν, αναδύθηκε η Τζίλντα. Μια γυμνόστηθη κοπελάρα που σου έκοβε την ανάσα! Πόδια καλοφτιαγμένα κι ατελείωτα κι ένα υπέροχο στήθος που το πρόβαλε με χάρη καθώς τακτοποιούσε τα κοκκινωπά μαλλιά της.
΄Όλα τα μάτια είχαν καρφωθεί πάνω της και τα χαμηλόφωνα σχόλια, που δεν καταλάβαινα, έδιναν κι έπαιρναν. Εγώ ενθουσιασμένος άρχισα να τραγουδώ «σ΄ αγαπώ γιατ΄ είσαι ωραία, σ΄ αγαπώ γιατί...» και άρχισα να βάζω και δικά μου λόγια που δεν μπορώ να αναφέρω.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν είχα υπολογίσει. Σηκώθηκε ένας τύπος μετρίου αναστήματος κι ήρθε προς το μέρος μας. Είχε μουσάκι και πλάτες που θύμιζαν τον Στηβ Ρηβς, κι έτσι όπως ρουφούσε το στομάχι του γινόταν απειλητικός. «Φτου, γαμώτο, έχει γούστο να κατάλαβε!» σκέφτηκα. Και πράγματι, δεν έπεσα έξω. Είχε καταλάβει. Γονάτισε μπροστά μου και μου είπε με σπασμένη προφορά:
«Εσύ τραγουδά Ελληνικός;». «Ναι!» του λέω, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα. «Από Ελλάντα;»  «Ναι!»  «Κι εγκώ από Ελλάντα! Μπιλ Κάρις» Και μου πρότεινε το χέρι του. «Χάρηκα», του λέω, «από πού είσαι;» Σκύβει τότε και μου λέει χαμηλόφωνα με άψογη προφορά: «Βασίλη Καραμπεσίνη με λένε και είμαι από την Πελοπόννησο».
Η παρέα μου εν τω μεταξύ τον αναγνώρισε κι άρχισαν οι χειραψίες και τα χαμόγελα, ο πάγος έσπασε κι όλα μέλι γάλα. Ο Μπιλ μου εξήγησε ότι ήταν πρωταγωνιστής σε σπαγγέτι γουέστερν και η κοπελάρα ήταν η σύντροφός του στη ζωή και στο σινεμά. Με παρουσίασε στους φίλους του και στη Τζίλντα και κανονίσαμε να φάμε το βράδυ μαζί, στο σπίτι του. Του έδωσα τη διεύθυνσή μου και ήρθε ο ίδιος να με πάρει για να μη ταλαιπωρηθώ.

΄Εμενε σε μια όμορφη βίλα σε μια ακριβή συνοικία στις όχθες του Τίβερη. Η Τζίλντα ήταν εξαιρετική οικοδέσποινα και μαγείρισσα κι εμείς πίναμε κρασί και λέγαμε τις ιστορίες μας. Ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια και κάθε τόσο ο Μπιλ αναγκαζόταν να μεταφράζει τα πιο χαριτωμένα. Την επόμενη, ο Μπιλ θα άρχιζε τα γυρίσματα μιας νέας ταινίας και μου πρότεινε να παίξω κι εγώ. «Τι θα κάνω εγώ, ρε;», του λέω. «Θα πάρεις την κιθάρα σου και θα ΄ρθεις και θα κανονίσω να πάρεις και καλά λεφτά».
Στο ταξί που επέστρεφα σκεφτόμουν τα γεγονότα της μέρας και η φωτισμένη Ρώμη μου φαινόταν ομορφότερη.

Πρωί πρωί ήρθε να με πάρει ο Μπιλ και ξεκινήσαμε για τη μεγάλη περιπέτεια. Βγήκαμε από την πόλη και διασχίσαμε μια αρκετά μεγάλη απόσταση μέσα από αμπελώνες και κτήματα με όμορφες αγροικίες. Εγώ βομβάρδιζα τον Μπιλ με τις απορίες μου κι εκείνος πάντα με το χαμόγελο και τις χαρακτηριστικές κινήσεις των Ιταλών, μου εξηγούσε τα πάντα.
Οι ταινίες που γύριζαν είχαν ως αποκλειστικό σχεδόν προορισμό τις χώρες της Αφρικής. Απλές ιστορίες, όπου το παλληκαράκι, δηλαδή ο Μπιλ, με τη βοήθεια του μουγκού αλλά τετραπέρατου συντρόφου του, τιμωρούσαν τους κακούς που χαλβάδιαζαν την αθώα καμπαρετζού, δηλαδή τη Τζίλντα. Τα κορμιά έπεφταν αλύπητα απ΄ τις γροθιές και τις σφαίρες του Μπιλ και μόλις η Τζίλντα έβλεπε ότι κινδύνευε με αφανισμό το ανδρικό γένος, έπεφτε στην αγκαλιά του Μπιλ κι ο μουγκός έκανε αστείες τούμπες απ΄ τη χαρά του. FINE.
«Πάνω κάτω έτσι πρέπει να είναι και το σημερινό σενάριο και θα ξεκινήσουμε όπως πάντα από τον καβγά στο σαλούν!»

 Φτάσαμε καμιά φορά και περάσαμε κάτω από μια αψίδα που έγραφε ELIOT STUDIOS. ΄Εξω από τα γραφεία που ήταν δίπλα στο θυρωρείο, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων περίμενε να πιάσει δουλειά. ΄Ηταν κομπάρσοι και το σωματείο τους φρόντιζε να δουλεύουν εκ περιτροπής. Μόλις με είδαν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν τι γύρευα εκεί και ο Μπιλ τους εξήγησε πως δεν ήμουν απλός κομπάρσος αλλά πως είχα ρόλο.
Πήραμε το πρωινό μας σε μια μεγάλη τραπεζαρία κι εκεί γνώρισα το σκηνοθέτη που εξηγούσε στο Μπιλ το πλάνο της ημέρας. ΄Υστερα με παρέδωσαν σε μια κοπέλα που με οδήγησε σ΄ ένα τεράστιο βεστιάριο με στολές και ρούχα απ΄ όλες τις εποχές. Μόνο φουστανέλες δεν είχε! Μου έδωσε να φορέσω μια στολή κάου μπόυ, δηλαδή καπέλο, πουκάμισο, γιλέκο, παντελόνι, μια ζώνη με δυο βαριά εξάσφαιρα κι ένα ζευγάρι μπότες. ΄Όλα ήταν βρώμικα σε βαθμό που σιχαινόμουν να τα πιάσω, αλλά οι μπότες ήταν το κάτι άλλο. Φθαρμένες, βρώμικες μέσα κι έξω αλλά κυρίως στραβοπατημένες. Κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο ντύθηκα και στάθηκα μπροστά σ΄ έναν καθρέφτη να με καμαρώσω. ΄Ημουν για γέλια. Κι έτσι όπως στραβοπερπατούσα με τις άβολες μπότες, ήμουν ίδιος ο Τζων Γουαίην.

Γεμίσαμε το σαλούν, που ήταν μόνιμο σκηνικό, κι άρχισαν να δουλεύουν τις σκηνές. Κάτι τριτοκλασάτοι κασκαντέρ δίναν γροθιές στον αέρα, αποτελείωναν κάτι σπασμένες καρέκλες, τ΄ αγιοβασιλιάτικα πιστόλια ντουμάνιαζαν την ατμόσφαιρα κι όσοι δεν παίρναμε μέρος στη μάχη καθόμασταν πίσω απ΄ την κάμερα και κάναμε χάζι.Στο τέλος ο μουγκός έφαγε μια σφαίρα στο κωλομέρι κι έκανε μια τούμπα στον αέρα. Αυτό όμως εξόργισε τον Μπιλ, που σηκώθηκε και πυροβόλησε δυο πονηρούς που ήταν στον εξώστη κι αυτοί αφού παραμέρισαν τα κάγκελα έπεσαν με μεγάλη προσοχή πάνω στα προστατευτικά στρώματα. Σ΄ αυτή τη σκηνή, τα παιδιά της Ζιμπάμπουε σίγουρα θα χειροκροτούσαν. Κάπως έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα.

Η δεύτερη ήταν σημαντική για μένα αφού θα έπαιζα σε μια σκηνή με τη Τζίλντα! Τα τραπέζια του σαλούν γεμάτα από καθάρματα και χαρτοκλέφτες κι η Τζίλντα πάνω στη σκηνή ξεδίπλωνε το ταλέντο και τα ατελείωτα πόδια της χορεύοντας στο ρυθμό της κιθάρας μου. ΄Ημουν ο πιο τυχερός απ΄ όλους γιατί καθόμουν στα σανίδια της σκηνής και η Τζίλντα «έπαιζε» μαζί μου σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Φορούσε ένα διχτυωτό καλσόν με τεράστια ανοίγματα και, κάθε φορά που με πλησίαζε και σήκωνε το πόδι της, εγώ κατέβαλα φιλότιμες προσπάθειες να μη χάσω το ρυθμό. Αυτό δεν ήταν γύρισμα. ΄Ηταν το μαρτύριο του Αγίου Αντωνίου! Μετά κάναμε διάφορα γκρο-πλαν κι εκεί τελείωσε ο ρόλος μου.

Αποχαιρέτισα την Ιταλία και τους πολλούς φίλους που έκανα πριν ολοκληρωθεί η ταινία. Μήνες αργότερα, περνώντας έξω από ένα κινηματογράφο της Ομόνοιας, είδα σε μια αφίσα το όνομα του Μπιλ. Είδα τις φωτογραφίες και αναγνώρισα την ταινία μας! Τρελλάθηκα απ΄ τη χαρά μου. Ο τίτλος ήταν «Ένα κτήνος που το έλεγαν άνθρωπο» και συνόδευε το κύριο μενού της αίθουσας που ήταν μια σκληρή τσόντα. Η ταινία ήταν από τις πιο cult που είχα δει, αλλά εγώ περίμενα με λαχτάρα τη δική μου σκηνή. ΄Ηταν έτσι όπως σας την περιέγραψα. Η Τζίλντα έδινε ρέστα κι εγώ ήμουν τέλειος στο ρόλο του ξελιγωμένου κιθαρίστα.Μόνο που, αντί για κιθάρα, ακουγόταν... πιάνο!

Υ.Γ.Αυτή η ιστορία,μαζί με άλλες εικοσιπέντε,υπάρχει στο βιβλίο
VIVERE PERICOLOSAMENTE των
εκδόσεων ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ.
Είναι γραμμένες απο ανθρώπους που πέρασαν μερικά απο τα πιο
συγκλονιστικά χρόνια της ζωής τους στην Ιταλία.


Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟ ΛΟΪΖΟ

Καλέ μου φίλε Μάνο

απο καιρό ήθελα να σου γράψω,αλλά βλέπεις οι δουλειές,τα παιδιά,δύσκολα πια μένει χρόνος.

Κάθε φορά όμως που κάτι συμβαίνει στην παρέα,έρχεσαι στο μυαλό μου,και λέω "άραγε τα ξέρει

αυτά ο Μάνος;".Μάθε λοιπόν ότι ο Στράτος απ' τα Μέγαρα έχει τώρα έναν καφενέ πίσω απ' το σταθμό.

Στη ταμπέλα ζωγράφισε μια όμορφη γοργόνα και κάθε φορά που μπαίνει η Ευδοκία στο μαγαζί βάζει

στο μαγνητόφωνο το ζεϊμπέκικο που σου άρεσε.

Τώρα δεν γίνονται διαδηλώσεις κάθε πρώτη Μαϊου,αλλά κάθε φορά που μαζεύονται ο Μπράουν, ο Φίσερ

κι ο Κράφτ,για να διαλέξουν την καινούργια χωματερή,στην οποία θα αδειάσουν τις αποθήκες τους απ' τα όπλα που τους περισσεύουν.

Τα παιδιά φορούν μπλουζάκια με τη στάμπα του Τσε και τραγουδούν το τραγούδι του δρόμου.Οι μπάτσοι

που φοβούνται μην ξεσπάσει ο Τρίτος παγκόσμιος πόλεμος στήνουν και πάλι συρματοπλέγματα.

Ο Σεβάχ θέλησε το μερτικό του απ' τη χαρά αυτού του κόσμου και με πλαστό πασαπόρτι ανέβηκε σ' ένα

γέρικο καράβι κι έφυγε νύχτα,μακριά απ' τον πόλεμο που άναψε ο Τζο.Τα τελευταία λόγια του ήταν...

"Αχ πατρίδα μου καημένη / άλλο τίποτα δεν μένει".

Θέλω να σου γράψω ευχάριστα,ρε Μάνο,αλλά όλα γύρω μου χλιαρά και παλλόμενα.

Ο Έλληνας,ίδιος μέρμηγκας,στη δουλειά και στον αγώνα,κι η νοικοκυρά στο σίριαλ.Μη με ρωτάς που πάμε.

Το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι εκείνο το όμορφο παιδί που δεν γεννήθηκε ακόμα.

Είναι εκείνη η πιο όμορφη θάλασσα που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.

Το παλιό ρολόϊ στον τοίχο λέει πως σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή.

Θα πω μια καλημέρα στον ήλιο και για λογαριασμό σου κι ελπίζω να 'χεις δίκιο,ρε Μάνο,που πάντα λες πως τίποτα δεν πάει χαμένο.

                                                                   Ο φίλος σου Θανάσης.


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2007

ΠΕΡΙ ΤΡΑΓΟΥΔΟΠΟΙΙΑΣ

Τραγουδοποιία.Μια ιστορία παλιά όσο κι ο Όμηρος,αλλά πάντα νέα,όπως η άνοιξη,ο έρωτας,ο αγώνας,η ζωή.Ο τραγουδοποιός είναι ο μοναχικός ταξιδιώτης που ταξιδεύει στη γεωγραφία των τόπων,των ανθρώπων και της μουσικής,κρατώντας απο το χέρι τα τραγούδια του,που τα αγαπάει και τα υπερασπίζεται,γιατί είναι κομμάτια απο το σώμα και την ψυχή του.

Κάθε τραγούδι και μια δική του ιστορία.Δικές του εικόνες απο αγάπες,όνειρα,χίμαιρες,ήττες.

Γράφει μουσική χωρίς να γνωρίζει τα μυστικά της σύνθεσης.

Ερμηνεύει τα τραγούδια του,απαλλαγμένος απο το άγχοςτης άψογης εκτέλεσης.

Παίζει (συνήθως) κιθάρα χωρίς να είναι σολίστ.

Όλα έχουν τη δική του σφραγίδα,αφού γράφονται για τη δική του έκταση και έκσταση.

Απο τους πρώτους διδάξαντες,ο Αττίκ,ο Τσιτσάνης,ο Σπήλιος Μεντής,ο Γούναρης.Τι ωραίοι άνθρωποι!

Δεν ξέρω τι κράτησαν για τον εαυτό τους,ξέρω όμως πόσο γενναιόδωροι ήταν με τους συνανθρώπους τους,δουλεύοντας στης ψυχής τα βαρέα και ανθυγιεινά.

Κι απο το Νέο Κύμα ως σήμερα,απο τον Χατζή και τον Σαββόπουλο ως τους Κατσιμιχαίους κι απο τους πιτσιρικάδες με τις κιθάρες ως αύριο,η τραγουδοποιία καλά κρατεί.

Υ.Γ.

Τις σκέψεις μου αυτές τις δημοσίευσε ως επιφυλλίδα το Δίφωνο στο τεύχος108.

Profile

romanticoffenter Θανάσης Γκαϊφύλλιας

Το προφίλ μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Αύγουστος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031   
Powered by pathfinder blogs